ΠΕΘΑΝΕ Η ΕΛΕΝΗ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
Σε ηλικία 87 ετών «έφυγε» από τη ζωή η Ελένη Προκοπίου, μία από τις χαρακτηριστικές γυναικείες παρουσίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, αρχικά από την ηθοποιό Μέλπω Κωστή και στη συνέχεια από τον δημοσιογράφο Νίκο Νικόλιζα.
Ο Νίκος Νικόλιζας την αποχαιρέτησε με μια συγκινητική ανάρτηση, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης που είχαν αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια και εκφράζοντας τα συλλυπητήριά του στους ανθρώπους που αγαπούσε.
Η Ελένη Προκοπίου γεννήθηκε το 1939 και από πολύ μικρή ηλικία βρέθηκε στον χώρο του χορού. Μόλις στα έξι της χρόνια ξεκίνησε μαθήματα στη Σχολή Χορού της Λουκίας Σακελλαρίου – Κωτσοπούλου, στο Ωδείο Αθηνών, έχοντας ως συμμαθήτρια τη Μάρθα Καραγιάννη. Οι δύο μελλοντικές πρωταγωνίστριες συμμετείχαν ακόμη και ως παιδιά σε παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Οι σπουδές της ολοκληρώθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και σύντομα η Προκοπίου άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία της τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συνεργασία της με τον χορευτή Βαγγέλη Σειληνό, με τον οποίο δημιούργησε ένα επιτυχημένο χορευτικό δίδυμο. Από το 1960 έως το 1965 συμμετείχαν μαζί στα χορευτικά πολλών αθηναϊκών επιθεωρήσεων.
Από τον χορό στον κινηματογράφο
Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο ήρθε το 1960 και μέσα στα επόμενα χρόνια η Ελένη Προκοπίου εξελίχθηκε από χορεύτρια σε πρωταγωνίστρια. Συνολικά συμμετείχε σε 23 ταινίες μέχρι το 1972, σε αρκετές από τις οποίες είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ξεχωριστή της ικανότητα στον χορό αποτέλεσε σημαντικό πλεονέκτημα στην κινηματογραφική της πορεία. Σε αρκετές παραγωγές δεν περιοριζόταν μόνο στην ερμηνεία, αλλά συμμετείχε και στην επιμέλεια των χορογραφιών.
Ανάμεσα στις σημαντικές στιγμές της πορείας της ήταν η συμμετοχή της το 1963 στις «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου, ταινία που απέκτησε διεθνή αναγνώριση. Έναν χρόνο αργότερα εμφανίστηκε στον «Εμίρη και τον κακομοίρη», υποδυόμενη τη Γκιουλινάρ, μια εντυπωσιακή ανατολίτισσα πριγκίπισσα.
Το 1965 πρωταγωνίστησε στο «Πρόσωπο της ημέρας» και στο «Ραντεβού στον αέρα», συνδυάζοντας για ακόμη μία φορά τις υποκριτικές και χορευτικές της ικανότητες. Η παρουσία της στις συγκεκριμένες παραγωγές συνέβαλε στη συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ, ενώ ακολούθησε η συμμετοχή της στην ταινία «Και οι… 14 ήταν υπέροχοι».
Το 1966 αποτέλεσε μία από τις πιο έντονες περιόδους της καριέρας της, καθώς συμμετείχε σε πέντε ταινίες: «Παράνομοι πόθοι», «Το συρτάκι της αμαρτίας», «Πέντε χιλιάδες ψέματα», «Οι κυρίες της αυλής» και «Αγάπη που δεν σβήνει ο χρόνος».
Ιδιαίτερα αγαπητή υπήρξε και η κινηματογραφική της συνεργασία με τον Γιώργο Πάντζα, με τον οποίο αποτέλεσαν ένα από τα χαρακτηριστικά ζευγάρια της εποχής και συμπρωταγωνίστησαν σε πέντε ταινίες.
Η σχέση της με το θέατρο είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Σε ηλικία μόλις 14 ετών εμφανίστηκε στο θέατρο «Ολύμπια» Πειραιώς ως χορεύτρια, έχοντας ως παρτενέρ τον γνωστό χορευτή Δημήτρη Ιβάνωφ, ο οποίος αποτέλεσε σημαντικό μέντορα στην καλλιτεχνική της διαδρομή.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 συνεργάστηκε με αρκετούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Νίκος Σταυρίδης, Τάσος Γιαννόπουλος, Φραγκίσκος Μανέλλης, Τζένη Ρουσσέα, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Αλέκος Τζανετάκος, Νίκος Δαδινόπουλος, Νίκος Ρίζος και Σωτήρης Μουστάκας.
Παρότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη παρουσία, επέλεξε να απομακρυνθεί σχετικά νωρίς από τα καλλιτεχνικά φώτα.
Η ζωή μακριά από τη δημοσιότητα
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 παντρεύτηκε τον επιχειρηματία στον χώρο του επίπλου Αντώνη Συρίγο. Το ζευγάρι είχε γνωριστεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ταινιών και απέκτησε μία κόρη, την Ειρήνη.
Μετά τον γάμο της η Ελένη Προκοπίου αποφάσισε να αποσυρθεί οριστικά από την καλλιτεχνική ζωή και να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, μακριά από τη δημοσιότητα.
Παρά τη σχετικά σύντομη παρουσία της στον κινηματογράφο, η Ελένη Προκοπίου άφησε το δικό της ξεχωριστό στίγμα. Η ομορφιά, η σκηνική της χάρη, η υποκριτική της παρουσία και κυρίως το ταλέντο της στον χορό την έκαναν να ξεχωρίσει σε μια ιδιαίτερα λαμπερή εποχή για τον ελληνικό κινηματογράφο.
